stageedimotomea@yahoo.gr

16.9.12

Ε. ΜΠΕΗ: ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

Συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας (stage)
Του κ. Ευάγγελου Μπέη,
Δικηγόρου
1. Συνταγματική επιταγή και όρια στην καταπολέμηση της ανεργίας
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α΄ Σ., η εργασία προστατεύεται από το κράτος, το οποίο μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών. Για τον λόγο αυτό οφείλει στο μέτρο των δυνατοτήτων του να συμβάλλει στην καταπολέμηση της ανεργίας επιλέγοντας τα κατάλληλα μέσα που σε κάθε χρονική συγκυρία διαθέτει . Η καταπολέμηση της ανεργίας μπορεί π.χ. να έχει τον χαρακτήρα επιδότησης νέας θέσης εργασίας ή αναβάθμισης του ίδιου του ανέργου διά προγραμμάτων μαθητείας. Οι επιλογές του νομοθέτη καλύπτονται από το συνταγματικώς προστατευόμενο αγαθό της εργασίας και τη μέριμνα για καταπολέμηση της ανεργίας.
Όμως οι επιλογές αυτές δεν είναι απεριόριστες. Το ίδιο το Σύνταγμα θέτει δύο όρια. η καταπολέμηση της ανεργίας δεν μπορεί να εκφυλιστεί σε οικονομική εκμετάλλευση της ανεργίας και σε συνακόλουθη καταρράκωση της αξιοπρέπειας του ανέργου. Το πρώτο όριο το θέτει η συνταγματική επιταγή για ηθική εξύψωση του εργαζόμενου πληθυσμού (άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α΄ Σ.). Η ηθική εξύψωση διά της εργασίας είναι ειδικότερη έκφανση της ανθρώπινης αξίας. Η εργασία ως μέσο ψυχικής ικανοποίησης και ολοκλήρωσης του ανθρώπου, η υπερηφάνεια του εργαζομένου για την εργασία που παρέχει, όπως και η εργασιακή του ηθική καταρρέουν όταν γνωρίζει ότι παρέχει εργασία η οποία χαρακτηρίζεται υποκριτικά ως μαθητεία και αμείβεται ως τέτοια. Το δεύτερο όριο το θέτει το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β΄ Σ., που καθιερώνει την αρ-χή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας . 
Το πότε μια απασχόληση θεωρείται «μαθητεία» και πότε «εξαρτημένη εργασία» δεν προκύπτει από τις συνταγματικές διατάξεις, αλλά από τα πορίσματα της νομολογίας και της επιστήμης. Βέβαιο πάντως είναι ότι ο νομοθέτης δεν είναι ελεύθερος να χαρακτηρίσει ως «μαθητεία» όποια απασχόληση θεωρεί αυτός ως τέτοια. Οι ανωτέρω αρχές της ηθικής εξύψωσης του εργαζομένου και της ίσης αμοιβής του για εργασία ίσης αξίας επιτάσσουν να αξιολογείται με ουσιαστικά κριτήρια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η επίδικη απασχόληση ως «μαθητεία» ή ως «εργασία», αλλιώς ο νομοθέτης θα τις παραβίαζε ανενόχλητα, ορίζοντας αυτός ως μαθητεία γνήσιες εργασιακές σχέσεις. Οι εκ του άρθρου 22 παρ. 1 Σ. επιβαλλόμενες επιταγές για δικαστικό έλεγχο των συμβάσεων μαθητείας με ουσιαστικά κριτήρια δεν έχουν τύχει της δέουσας ερμηνευτικής επεξεργασίας.
Η αρχή της ηθικής εξύψωσης του εργαζόμενου πληθυσμού θεωρείται ως το γενικό θεμέλιο του κοινωνικού κράτους , δίχως να αντλείται κάποια συγκεκριμένη δέσμευση κρατικής λειτουργίας από την ανωτέρω διάταξη, ενώ η αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας τύγχανε μέχρι σήμερα εφαρμογής πρωτίστως σε θέματα μισθολογικής εξίσωσης ανδρών και γυναικών, όπως και για επιδοματικές εξισώσεις υπαλλήλων . Οι ανωτέρω αρχές έχουν και μια πρόσθετη διάσταση, λειτουργώ-ντας ως όρια της νομοθετικής εξουσίας, ώστε να μείνουν ανεφάρμοστες όποιες τυχόν νομοθετικές διατάξεις υποθάλπουν μιαν υποκρυπτόμενη εργασιακή σχέση υπό το πέπλο της σύμβασης μαθητείας. Αντίστροφα, επιβάλλουν στον δικαστή το υπηρεσιακό καθήκον να ελέγξει με ουσιαστικά κριτήρια κάθε σύμβαση μαθητείας.
2. Η διάκριση μεταξύ μαθητείας και εργασίας
Επιστήμη και νομολογία έχουν διαμορφώσει ως κριτήριο διάκρισης ανάμεσα στη σύμβαση (γενικής) μαθητείας και της εξαρτημένης εργασίας τον προέχοντα σκοπό της. Στη σύμβαση μαθητείας προέχει η εκπαίδευση του μαθητευομένου. η όποια παροχή εργασίας από τον μαθητευόμενο γίνεται στο πλαίσιο της εκπαιδεύσεώς του και για την καλύτερη κατανόηση του αντικειμένου της τέχνης ή του επαγγέλματος, και όχι προς τον σκοπό αποδόσεως παραγωγικού έργου . Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού με μισθό υπό καθεστώς υπηρεσιακής ή και προσωπικής εξάρτησης του εργαζομένου από τον εργοδότη του . Έτσι, βασικό στοιχείο της διάκρισης είναι το αν οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στην προαγωγή του ατομικού οφέλους του μαθητευομένου με την εκπαίδευση και την ειδίκευσή του, ή στην παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του .
3. Η σύμβαση εργασιακής εμπειρίας στο σύστημα μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ.
Ο κοινός νομοθέτης, ανταποκρινόμενος στη συνταγματική επιταγή για καταπολέμηση της ανεργίας, ρύθμισε πληθώρα δράσεων που στοχεύουν στην αναβάθμιση του ίδιου του ανέργου προκειμένου ο τελευταίος να έχει περισσότερες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας. Κεντρικός φορέας καταπολέμησης της ανεργίας είναι ο Ο.Α.Ε.Δ., ο οποίος το μεν διαθέτει σχολές επαγγελματικής κατάρτισης (Ι.Ε.Κ., Σ.Ε.Κ.), το δε θεσπίζει προγράμματα μαθητείας εκτός των σχολών του . Στο άρθρο 20 ν. 2639/1998 ρυθμίζονται τα προγράμματα μαθητείας εκτός των σχολών του Ο.Α.Ε.Δ. Ως πρόγραμμα νοείται συγκεκριμένος και προϋπολογισμένος αριθμός θέσεων μαθητείας, με βάση το οποίο καταρτίζεται με κάθε άνεργο ατομική σύμβαση. Διακρίνονται σε προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης, προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και προγράμματα εργασιακής εμπειρίας.
3.1. Προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης
Τα προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ρυθμίζονται στις παραγράφους 1 έως 4 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 ως εξής:
«1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι. - Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. 
“Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου”.
2. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με ιδιωτικές επιχειρήσεις, με συνεταιρισμούς, με σωματεία, συλλόγους, επιμελητήρια και εργοδοτικούς συνδέσμους που διαθέτουν πιστοποιημένες Δομές Κατάρτισης για την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγράμματα Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης απασχολούμενων ή αυτοαπασχολούμενων.
3.”Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. καθορίζονται οι όροι συνεργασίας για την εκτέλεση των προγραμμάτων των παραγράφων 1 και 2”. Στη δαπάνη των προγραμμάτων αυτών μπορούν να συμμετέχουν οι συμβαλλόμενοι με τον Ο.Α.Ε.Δ. σε ποσοστό που θα καθορίζεται από την παραπάνω υπουργική απόφαση. Με σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του Ο.Α.Ε.Δ. και των φορέων των παραγράφων 1 και 2 ρυθμίζονται οι ειδικοί όροι και ο τρόπος εκτέλεσης των προγραμμάτων αυτών.
4. Στους καταρτιζόμενους ανέργους, απασχολούμενους και αυτοαπασχολούμενους καταβάλλεται από τον Οργανισμό εκπαιδευτικό επίδομα, το ύψος του οποίου καθορίζεται ανά κατηγορία καταρτιζομένων με απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ».
Τα προγράμματα αυτά απευθύνονται σε ανέργους οι οποίοι ναι μεν κατέχουν κάποιο επάγγελμα, σε γνωστικό επίπεδο όμως έχουν μείνει «πίσω» ως προς στις τρέχουσες εξελίξεις του. Προκειμένου να έχουν ελπίδες επιτυχίας στην αγορά εργασίας, πρέπει να εκσυγχρονίσουν, να επικαιροποιήσουν τις γνώσεις τους.
3.2. Προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης
Τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης ρυθμίζονται στις παραγράφους 6 έως 10 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 ως εξής:
«6. Ιδιωτικές επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από τριάντα (30) άτομα δύναται, σε συνεργασία με τον Ο.Α.Ε.Δ., να υλοποιούν προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων, με την προϋπόθεση ότι μετά την ολοκλήρωση της κατάρτισης θα προσλαμβάνουν, εντός χρονικού διαστήματος τριών (3) μηνών από τη λήξη της το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον των καταρτισθέντων ανέργων. Οι άνεργοι αυτοί πρέπει να μην είχαν απασχοληθεί στο συγκεκριμένο εργοδότη, με οποιαδήποτε σχέση, τους προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία έναρξης του προγράμματος.
Η διάρκεια των προγραμμάτων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ανώτερο όριο που εκάστοτε καθορίζεται από τις υπουργικές αποφάσεις για τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση, ενώ τα μαθήματα της θεωρητικής διδασκαλίας δεν μπορεί να διαρκούν λιγότερο από το ένα τρίτο (1/3) της συνολικής διάρκειας του προγράμματος κατάρτισης.
Η θεωρητική διδασκαλία των προγραμμάτων αυτών διεξάγεται:
α. σε σχολές του Ο.Α.Ε.Δ.,
β. σε πιστοποιημένα, από το Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Δομών Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης, Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.),
γ. σε εκπαιδευτικές υποδομές των επιχειρήσεων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές πιστοποιήθηκαν από το Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Δομών Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης. Η πρακτική άσκηση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά δύναται να διενεργείται στους χώρους των επιχειρήσεων.
7. Ιδιωτικές επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από τριάντα (30) μισθωτούς μπορούν να υλοποιούν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού προγράμματα κατάρτισης, υπό τις εξής πρόσθετες προϋποθέσεις:
α. Η επιχείρηση να συμβάλλεται με άλλες επιχειρήσεις, με σκοπό την υλοποίηση κοινού προγράμματος επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων. 
β. Το σύνολο των απασχολούμενων μισθωτών στις συμβαλλόμενες επιχειρήσεις να είναι τουλάχιστον τριάντα (30).
γ. Οι επιχειρήσεις να υπογράφουν σύμβαση με τον Ο.Α.ΕΔ. στην οποία καθορίζονται οι υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων. Η σύμβαση εγκρίνεται από το Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. Οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούν τα προγράμματα αυτά οφείλουν να προσλάβουν συνολικά το ένα τρίτο (1/3) των καταρτισθέντων ανέργων.
8. Νέες ιδιωτικές επιχειρήσεις μπορούν, δύο (2) τουλάχιστο μήνες πριν από την έναρξη λειτουργίας τους, να υλοποιούν, με βάση τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, εφόσον τρεις (3) μήνες μετά την έναρξη της λειτουργίας τους θα απασχολήσουν το ήμισυ τουλάχιστον των εκπαιδευθέντων ατόμων. 
9. Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 6, 7 και 8 συμμετέχουν ισότιμα με τον Ο.Α.Ε.Δ. στην επιλογή του συνόλου των ανέργων που πρόκειται να ενταχθούν στο πρόγραμμα κατάρτισης, καθώς και στην επιλογή του 1/3 ή 1/2 των εκπαιδευθέντων που θα προσλάβουν. Μετά την πραγματοποίηση των προγραμμάτων κατάρτισης και την πάροδο του διαστήματος υποχρεωτικής απασχόλησης θα έχουν τη δυνατότητα να εντάσσονται στα προγράμματα απασχόλησης για τους ανέργους που καταρτίσθηκαν, εφόσον τηρούν τις προϋποθέσεις που ισχύουν στις εκάστοτε υπουργικές αποφάσεις για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. 
10. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδονται μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται οι προϋποθέσεις ένταξης των επιχειρήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 6, 7 και 8 στα προγράμματα αυτά, η κατανομή των εκπαιδευτικών δαπανών, το χρονικό διάστημα για το οποίο η επιχείρηση υποχρεούται να απασχολήσει τον καταρτισθέντα άνεργο, το ποσοστό συμμετοχής του Ο.Α.Ε.Δ. στην επιδότηση του κόστους εργασίας κατά το χρονικό διάστημα της υποχρεωτικής απασχόλησης των καταρτισθέντων στην επιχείρηση, το περιεχόμενο των συμβάσεων των παραγράφων 6, 7 και 8 του παρόντος άρθρου και κάθε άλλη λεπτομέρεια».
Τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης απευθύνονται σε κάθε άνεργο, όπου είναι αδιάφορο αν γνωρίζει κάποιο επάγγελμα. Τα προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικής κατάρτισης περιλαμβάνουν τόσο θεωρητική διδασκαλία όσο και πρακτική άσκηση (παράγραφοι 1, 2, 6 άρθρου 20 ν. 2639/1998). Με θεωρητική διδασκαλία και πρακτική άσκηση παρέχεται στα προγράμματα αυτά μια πλήρης και σφαιρική μαθητεία επί συγκεκριμένου επαγγέλματος, είτε ως μετεκπαίδευση στο πρόγραμμα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης είτε ως καθ’ εαυτήν εκπαίδευση στο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης. 
Στο πρόγραμμα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης απαιτείται συγκεκριμένο επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο του ανέργου. Θεωρείται ως δεδομένο ότι ο άνεργος κάτι έχει μάθει, όμως το επίπεδο γνώσεών του είναι ανεπαρκές για να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες του επαγγέλματός του. Στο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης είναι αδιάφορο τι έχει σπουδάσει ή τι άλλο επάγγελμα γνωρίζει ο συγκεκριμένος μαθητευόμενος άνεργος. Ό,τι τυχόν έχει σπουδάσει, ό,τι άλλο επάγγελμα τυχόν γνωρίζει, το βέβαιο είναι πως δεν τα έχει καταφέρει με τις υφιστάμενες επαγγελματικές γνώσεις του στην αγορά εργασίας και γι’ αυτό είναι άνεργος. Προκειμένου να μπορέσει να απορροφηθεί στην αγορά εργασίας, του παρέχεται η ευκαιρία να μάθει κάτι καινούργιο, που μέχρι τώρα δεν το γνώριζε.
3.3. Προγράμματα εργασιακής εμπειρίας
Τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας ρυθμίζονται στην παράγραφο 15 άρθρου 20 του ν. 2639/ 1998 ως εξής:
«Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1 (δημόσιο, Ο.Τ.Α. κ.λπ.), με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου».
Η παράγραφος 15 του άρθρου 20 ν. 2639/1998 είναι ο θεμέλιος λίθος των συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας, ή stage, όπως ως νεολογισμός τείνει να ονομάζεται. Στο εδάφιο α΄ ορίζεται ο σκοπός των προγραμμάτων, ήτοι η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με μορφή νομοθετικής εξουσιοδότησης ορίζονται στο εδάφιο β΄ οι περαιτέρω προϋποθέσεις των προγραμμάτων, εκ των οποίων κρίσιμες είναι οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέ-σεις πρακτικής άσκησης και η διάρκεια των προγραμμάτων. Ενώ στα προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικής κατάρτισης προσφέρεται πλήρης και σφαιρική μαθητεία με θεωρητική διδασκαλία και πρακτική άσκηση, στα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας παρέχεται μόνο πρακτική άσκηση. Η θεωρητική επαγγελματική κατάρτιση του ανέργου θεωρείται πως είναι πλήρης και έχει παρασχεθεί εκτός προγράμματος. Ο άνεργος έχει επαγγελματική ειδικότητα, του λείπει όμως η άσκηση.
3.3.1. Η χρήζουσα πρακτικής άσκησης ειδικότητα του ασκουμένου
Στο εδάφιο α΄ της παρ. 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 ορίζεται ότι στα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας μπορούν να συμμετέχουν απόφοιτοι λυκείου και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με την πρώτη ματιά ο κύκλος των δικαιούχων είναι τεράστιος. Ο κύκλος όμως αυτός περιορίζεται δραστικά από το εδάφιο β΄, όπου ορίζεται ότι απαιτούνται «[…] ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης […]» και εξουσιοδοτείται η διοίκηση να τις προσδιορίσει. Ως ειδικότητες νοούνται οι επαγγελματικές ειδικότητες των συμβασιούχων για τις οποίες προσφέρονται αντίστοιχες θέσεις άσκησης. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί η απλή αποφοίτηση λυκείου ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Απαιτείται επιπροσθέτως και κάποια επαγγελματική ειδικότητα. Ο απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει εγγενώς την επαγγελματική ειδικότητα του τμήματος από το οποίο αποφοίτησε. Το ίδιο και ο απόφοιτος Τ.Ε.Λ. (τεχνικού λυκείου) ή Τ.Ε.Ε. (τεχνικού εκπαιδευτηρίου). Ο απόφοιτος γενικού ή ενιαίου λυκείου δεν έχει καμία επαγγελματική ειδικότητα, το απολυτήριό του όμως είναι η προϋπόθεση για να σπουδάσει σε κάποια μέση επαγγελματική σχολή.
Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι σύμβαση εργασιακής εμπειρίας είναι δυνατόν να καταρτιστεί μόνο με ασκούμενο που κατέχει τις γνώσεις κάποιου επαγγέλματος, έχει δηλαδή θεωρητική επαγγελματική κατάρτιση. Η ανωτέρω τελολογική ερμηνεία ενισχύεται και από τη συστηματική ερμηνεία των παραγράφων 6 έως 10 του άρθρου του 20 του ν. 2639/1998 σε σχέση με την παρ. 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998. Από την αντιδιαστολή του προγράμματος εργασιακής εμπειρίας με το πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης προκύπτει ότι ο δικαιούχος άνεργος του προγράμματος επαγγελματικής κατάρτισης δεν έχει καμία ή έχει αδιάφορη επαγγελματική κατάρτιση, ενώ ο δικαιούχος του προγράμματος εργασιακής εμπειρίας έχει ήδη θεωρητική επαγγελματική κατάρτιση. Επίσης είναι αυτονόητο ότι του ασκούμενου θα του λείπει η «τριβή», ότι δεν θα έχει ήδη ασκηθεί, πολύ δε περισσότερο εργαστεί στην συγκεκριμένη θέση. Αυτό σημαίνει ότι ήδη ασκηθέντες ή εργασθέντες δεν είναι δυνατόν να «ασκηθούν» εκ νέου. Το εδάφιο α΄ της παρ. 15 του άρθρου 20 ν. 2639/1998 ορίζει ότι τα προγράμματα θα αφορούν την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, πράγμα που σημαίνει ότι όσοι ήδη έχουν αποκτήσει εργασιακή εμπειρία είναι εκ των προτέρων ακατάλληλοι. Και αυτό είναι λογικό, αφού με τα προγράμματα αυτά σκοπείται να καλυφθεί η ελλείπουσα πρακτική εκπαίδευση του μαθητευομένου. 
Στα περισσότερα τεχνικά επαγγέλματα μέσης εκπαίδευσης εκ του νόμου οι σπουδαστές υποβάλλονται σε πρακτική άσκηση, πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί είναι ήδη ασκημένοι, δεν τους λείπει η τριβή, αντιθέτως είναι ώριμοι για παραγωγική εργασία και κατ’ αποτέλεσμα όσοι ήδη ασκηθέντες συνάπτουν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας δεν ασκούνται αλλά εργάζονται και έχουν αξίωση για πλήρη μισθό. Το αυ-τό ισχύει και για τους σπουδαστές των Τ.Ε.Ι. Για παράδειγμα, άπαντες οι απόφοιτοι Τ.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ε. Β΄ κύκλου ή Τ.Ε.Λ. έχουν ήδη ασκηθεί επί εξάμηνο για να πάρουν το πτυχίο τους. Αυτοί είναι ώριμοι για εργασία και δεν χρειάζονται πρόσθετη άσκηση. Όλοι οι συμβασιούχοι εργασιακής εμπειρίας, απόφοιτοι Τ.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ε. Β΄ κύκλου ή Τ.Ε.Λ., ως ήδη ασκηθέντες δεν έχουν εγγενώς τη δυνατότητα να αποκτήσουν επαγγελματική εμπειρία. αυτήν την έχουν ήδη αποκτήσει και έχουν το ελάχιστο επίπεδο ωριμότητας που απαιτείται για την άσκηση του επαγγέλματός τους. Όλοι οι συμβα-σιούχοι αυτοί παρέχουν κανονική εργασία από την πρώτη ημέρα που τοποθετούνται στις θέσεις τους και δεν ασκούνται. Από την συστηματική και τελολογική ερμηνεία της παραγράφου 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 προκύπτει ένας εγγενής περιορισμός των δικαιούχων συμμετοχής στα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας. Αποκλείονται όσοι έχουν ήδη ασκηθεί επί του επαγγέλματός τους, δηλαδή οι απόφοιτοι Τ.Ε.Ι., Τ.Ε.Ε. και Τ.Ε.Λ., καθώς και όσοι δεν έχουν μάθει κανένα επάγγελμα, δηλαδή οι απλοί απόφοιτοι γενικού και ενιαίου λυκείου . Ο κύκλος των δικαιούχων περιορίζεται στους απόφοιτους Α.Ε.Ι. και σε εκείνους τους αποφοίτους λυκείου που εν συνεχεία φοίτησαν σε μέση επαγγελματική σχολή. Και στις δύο περιπτώσεις θα πρέπει να μην έχουν υποβληθεί σε πρακτική άσκηση. 
Αν ο ασκούμενος δεν κατέχει κανένα επάγγελμα ή έχει ήδη ασκηθεί, τότε η όποια σύμβαση εργασιακής εμπειρίας καταρτιστεί θα αφορά αποκλειστικά και μόνο παροχή εργασίας στην οποία ο μισθωτός μπορεί να ανταποκριθεί λόγω του γενικού του μορφωτικού επιπέδου και όχι λόγω της θεωρητικής του επαγγελματικής κατάρτισης. Η παρά την έλλειψη επαγγελματικού γνωστικού αντικείμενου καταρτιζόμενη σύμβαση εργασιακής εμπειρίας δεν μπορεί να μετατραπεί κατ’ άρθρο 182 Α.Κ. σε σύμβαση επαγγελματικής κατάρτισης, διότι χαρακτηριστικό της τελευταίας είναι η παράλληλη θεωρητική εκπαίδευση, η οποία στη σύμβαση εργασιακής εμπειρίας θεωρείται δεδομένη και δεν παρέχεται.
3.3.2. Η συνάφεια θέσης άσκησης και επαγγελματικής ειδικότητας
Η θέση που προσφέρεται στον ασκούμενο για απόκτηση εργασιακής εμπειρί-ας θα πρέπει με κάποιον τρόπο να σχετίζεται με το υφιστάμενο επαγγελματικό γνωστικό του αντικείμενο. Στο εδάφιο β΄ της παρ. 15 του ν. 2639/1998 ορίζεται ότι με υπουργικές αποφάσεις θα ρυθμιστούν «οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης […]». Αυτό σημαίνει ότι η προσφερόμενη θέση άσκησης πρέπει να έχει συ-νάφεια με το συγκεκριμένο επάγγελμα που γνωρίζει ο ασκούμενος. Δεν αποσκοπείται να αποκτήσει ο ασκούμενος μια γενική εργασιακή εμπειρία άσχετη με το επάγγελμά του για το πώς λειτουργεί εκ των ένδον μια οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία που επαγγελματικώς του είναι αδιάφορη γιατί έχει σπουδάσει π.χ. θεολογία. Εάν το επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο του ασκουμένου είναι άσχετο με την προσφερόμενη θέση, τότε εγγενώς η σύμβαση εργασιακής εμπειρίας δεν πρόκειται να ανταποκριθεί στον σκοπό της. Με άλλα λόγια, η έλλειψη συνάφειας ανάμεσα στη θέση άσκησης και το επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο του ασκουμένου ισοδυναμεί με ανυπαρξία επαγγελματικού γνωστικού αντικειμένου και μη άσκηση, αλλά παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι π.χ. ο απόφοιτος σχολής ψυκτικών που τοποθετείται να ασκηθεί στο αρχείο κάποιας δημόσιας υπηρεσίας δεν ασκείται στην ψυκτική, αλλά εργάζεται στο αρχείο, αφού η απασχόλησή του στο αρχείο είναι άσχετη με την ψυκτική και δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό της σύμβασης.
Μια σύμβαση εργασιακής εμπειρίας που εν γνώσει του φορέα απασχόλησης ή του Ο.Α.Ε.Δ. προσφέρει θέση άσκησης άσχετη με το επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο του ασκουμένου, αντί να εξυψώνει ηθικά τον εργαζόμενο (άρθρο 22 παρ. 1 εδ. α΄ Σ.), τον καταρρακώνει, τον αποξενώνει από το γνωστικό του αντικείμενο και καταλήγει σε εμπαιγμό του. Τότε η σύμβαση εργασιακής εμπειρίας έχει εξ αρχής ψευδεπίγραφο χαρακτήρα ανεξάρτητα από τη διάρκειά της.
Για την εργασία με ειδικότητα διοικητικού υπαλλήλου σε δημόσιες υπηρεσίες ή επιχειρήσεις στον ιδιωτικό τομέα παρέχονται προγράμματα σπουδών σε Ι.Ε.Κ., Α.Ε.Ι. και ιδιωτικές σχολές ανεξαρτήτως τίτλου τους (κολέγια κ.λπ.), όπου διδάσκε-ται το επάγγελμα «διοικητικός υπάλληλος» ή «υπάλληλος γραφείου» ή «διοίκηση επιχειρήσεων» ή έστω κάτι συναφές. Οι σχολές αυτές κατά κανόνα παρέχουν μόνο θεωρητική επαγγελματική κατάρτιση. Στους αποφοίτους των σχολών αυτών απευθύνονται τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας σε διοικητικές θέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Οι απόφοιτοι των ανωτέρω σχολών έχουν θεωρητικές γνώσεις για τη λειτουργία μιας επιχείρησης, μιας υπηρεσίας, ενδεχομένως της ίδιας της δημόσιας διοίκησης, τους λείπει όμως η τριβή προκειμένου ως νεοπροσληφθέντες να αρχίσουν αμέσως να εργάζονται κανονικά και να μισθοδοτούνται πλήρως.  Όλοι οι άλλοι υποψήφιοι για άσκηση στις ανωτέρω θέσεις είναι εκ της φύσεώς τους ακατάλληλοι για άσκηση. Ούτε αρχαιολόγοι ούτε ιχθυοκόμοι είναι δυνατόν να τοποθετηθούν σε θέση δημόσιας διοίκησης για άσκηση επί του γνωστικού τους αντικειμένου.
3.3.3. Ο χρόνος άσκησης
Η μαθητεία έχει προσωρινό, μεταβατικό χαρακτήρα, προκειμένου ο μαθητευόμενος να εξελιχθεί σε κανονικό μισθωτό. Βεβαίως, η εκπαίδευση και η τριβή σε ένα επάγγελμα είναι κάτι που δεν τελειώνει ποτέ. Στόχος όμως του προγράμματος δεν είναι ούτε η διά βίου μάθηση ούτε η παραμονή του ανέργου σε καθεστώς αιώνιας άσκησης. Στόχος είναι να φτάσει ο άνεργος ένα ελάχιστο κατώφλι ωριμότητας, ώστε να μπορέσει αμέσως από την πρόσληψή του να είναι αποδοτικός στην εργασία του.
Ο χρόνος άσκησης πρέπει να είναι προσαρμοσμένος στις απαιτήσεις του κάθε επαγγέλματος. Βεβαίως ο χρόνος άσκησης δεν αφορά μόνο τους συμβασιούχους εργασιακής εμπειρίας, αλλά όλους τους μαθητευόμενους. Το ζήτημα της χρονικής διάρκειας κατέστη στους συμβασιούχους εργασιακής εμπειρίας ιδιαίτερα οξύ λόγω της πολυετούς διάρκειας των συμβάσεων. Το νόημα της άσκησης είναι να αποκτήσει ο ασκούμενος την τριβή που του λείπει, με αφετηρία δηλαδή τη θεωρητική του εκπαί-δευση να αποκτήσει αυτοματισμό στη σκέψη και τις κινήσεις του, ούτως ώστε να είναι παραγωγικός και αποδοτικός στην εργασία του. Για τον λόγο αυτό μικρό χρόνο άσκησης χρειάζεται ένας ασκούμενος σε διοικητική, διεκπεραιωτική θέση (π.χ. γραμματέας πρωτοκόλλου), μεσαίο χρόνο χρειάζεται ένας ασκούμενος σε τεχνική θέση (π.χ. ιατρικό εργαστήριο) και ακόμα μεγαλύτερο ασκούμενος σε επιστημονική θέση (π.χ. γεωλόγος) . Ο χρόνος άσκησης που ξεπερνά τις ανάγκες απόκτησης τριβής και αυτοματισμού τρέπει τη σύμβαση εργασιακής εμπειρίας σε σύμβαση εργασίας, διότι διαφορετικά θα παραβιαστεί η αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι για τεχνικά επαγγέλματα που δεν χρειάζονται πτυχίο Α.Ε.Ι., ο χρόνος πρακτικής άσκησης ορίζεται νομοθετικώς κατά κανόνα στο εξάμηνο. Για παράδειγμα ένας ειδικός φοροτεχνικός γραφείου που παρακολούθησε πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης του Ο.Α.Ε.Δ. υποβάλλεται σε 3 εξάμηνα θεωρητικής εκπαίδευσης και 1 εξάμηνο πρακτικής άσκησης, ο σπουδαστής Τ.Ε.Ι. υποβάλλεται σε 7 εξάμηνα θεωρητικής εκπαίδευσης και 1 εξάμηνο πρακτικής άσκησης, η απόφοιτος Τ.Ε.Ε. βοηθός νοσηλεύτρια υποβάλλεται σε 2 σχολικά έτη θεωρητικής εκπαίδευσης και 1 εξάμηνο πρακτικής άσκησης.
Η δημοσιοϋπαλληλική εργασία σε θέση διοικητικού χαρακτηρίζεται από στερεοτυπία, δηλαδή από τη σταθερή επανάληψη απλών διαδικασιών. Η τήρηση αρχείων και πρωτοκόλλων, η χορήγηση βεβαιώσεων κ.λπ. είναι απλές διοικητικές διαδικασίες διεκπεραιωτικού χαρακτήρα. Ο έχων αποκτήσει μια θεωρητική παιδεία για τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης ή της διοίκησης μιας ιδιωτικής επιχείρησης μπορεί διά της άσκησης σε σύντομο χρόνο να αποκτήσει αυτοματισμό στη σκέψη και στις κινήσεις του, καθώς και πλήρη εποπτεία της εργασίας του. Με άλλα λόγια πρόκειται για εργασίες που δεν έχουν περιθώριο κτήσης ιδιαίτερης εμπειρίας και δεν απαιτούν ιδιαίτερο χρόνο για την κτήση της εμπειρίας. Εν όψει του μικρού περιθωρίου κτήσης εργασιακής εμπειρίας σε κάποια διοικητική θέση ο χρόνος άσκησης δεν χρειάζεται να ξεπερνά το εξάμηνο, που είναι ο γενικός κανόνας άσκησης σε τεχνικά επαγγέλματα. Σε κάθε όμως περίπτωση, πολυετής άσκηση σε θέση διοικητικού δεν έχει νόημα. Ο υπέρμετρος χρόνος άσκησης οδηγεί σε διαιώνιση του καθεστώτος μαθητείας όπου ο ασκούμενος δεν αποκομίζει καμία πρόσθετη εμπειρία.
Εν συνόψει, η σύμβαση εργασιακής εμπειρίας απαιτεί:
α) επαγγελματική ειδικότητα του ανέργου χρήζουσα άσκησης, 
β) συνάφεια της θέσης άσκησης με την επαγγελματική ειδικότητα, και 
γ) χρόνο άσκησης προσαρμοσμένο στην απλότητα ή πολυπλοκότητα της θέσης.
Τα ανωτέρω τρία στοιχεία καταδεικνύουν ευθέως σε τι απέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι και πρέπει να ελεγχθούν σε κάθε σύμβαση εργασιακής εμπειρίας, διότι η παράβαση οποιουδήποτε εκ των τριών αυτών στοιχείων φαλκιδεύει ουσιαστικώς τη σύμβαση. εν τοις πράγμασι παρέχεται εργασία. Διαπιστωθείσης της παράβασης οποιουδήποτε εκ των τριών αυτών στοιχείων καθίσταται περιττή η περαιτέρω έρευνα. η άσκηση είναι εγγενώς αδύνατη, η σύμβαση λειτουργεί ως σύμβαση εργασίας.
4. Η φύση της άσκησης
Στα νομοθετικά κείμενα δεν δίνεται ο ορισμός της πρακτικής άσκησης ή της εργασιακής εμπειρίας. Η άσκηση στα προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης αποκαλείται «πρακτικό μέρος», στα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης αποκαλείται με το όνομά της, «πρακτική άσκηση». Η ίδια άσκηση στα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας αλλάζει όνομα και αποκαλείται «εργασιακή εμπειρία». Οι ορολογικές αυτές διαφορές είναι άνευ σημασίας. Προφανώς στοχεύουν στην αντιδιαστολή της ίδιας άσκησης εντός του εκάστοτε προγράμματος. Σε γνωσιολογικό επίπεδο η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας είναι αποτέλεσμα της υποβολής σε πρακτική άσκηση, και αντιστρόφως, είναι αδύνατη η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας δίχως άσκηση. Άσκηση και εργασιακή εμπειρία είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. κατ’ ακριβολογία συνδέονται μεταξύ τους με σχέση αίτιου και αιτιατού.
Τόσο η θεωρητική διδασκαλία όσο και η άσκηση στοχεύουν στο να αποκομίσει ο μαθητευόμενος τις γνώσεις που χρειάζεται για να ασκήσει εν συνεχεία το επάγγελμά του. Χαρακτηριστικό της θεωρητικής διδασκαλίας είναι η συστηματικότητά της, όπου γίνονται κατανοητές όλες οι αρχές και οι βάσεις πάνω στις οποίες εδράζονται οι σχετικές γνώσεις για κάποιο επάγγελμα . Αντίθετα, χαρακτηριστικό της πρακτικής άσκησης είναι η έλλειψη συστηματικότητάς της , όπου σε καθημερινή βάση ο ασκούμενος αντιμετωπίζει ό,τι τυχαία έρχεται. Το τι δηλαδή θα μάθει στην πρακτική άσκηση δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένο, προκύπτει από τη σύμπτωση. Στην πρακτική άσκηση δεν σκοπείται να αποκτήσει εμπειρία ο ασκούμενος σε όλη την περιπτωσιολογία του επαγγέλματός του. αυτό απαιτεί συστηματικότητα στη ροή των πρακτικών υποθέσεων, που εν προκειμένω απουσιάζει. Σκοπείται να αποκτήσει ένα ελάχιστο επίπεδο ωριμότητας με βάση το πλήθος των τυχαίων περιπτώσεων, που κατά κανόνα είναι επαναλαμβανόμενες και πρέπει να επεξεργαστεί ο ασκούμενος. Σε βάθος χρόνου οι επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις σχηματίζουν μιαν αφετηρία για το συνήθως συμβαίνον σε ένα επάγγελμα. Διά της επαναλήψεως των μη συστηματικών, τυχαίων περιπτώσεων, ο ασκούμενος αντιλαμβάνεται τι είναι κατά κανόνα σημαντικό και τι ασήμαντο από όσα έμαθε σε θεωρητικό επίπεδο, μαθαίνει να συσχετίζει αρχές και δεδομένα που έμαθε στη θεωρία αλλά δεν αντιλαμβανόταν την αλληλουχία τους, αποκτά την ελλείπουσα τριβή και τους αναγκαίους αυτοματισμούς ώστε να μη χάσει χρόνο να σκεφθεί πώς σχετίζεται αυτό που έμαθε σε θεωρητική βάση με αυτό που του εμφανίζεται «ζωντανό» μπροστά του.
Βεβαίως, κάθε εντολή προϊσταμένου για την εκτέλεση μιας οποιασδήποτε ερ-γασίας περιέχει εγγενώς και εν σπέρματι και μιαν ελάχιστη θεωρητική γνώση. Π.χ. η εντολή του προϊσταμένου να τηρήσει ο ασκούμενος το βιβλίο πρωτοκόλλου εμπεριέχει τη θεωρητική γνώση ότι στην υπηρεσία υπάρχει κάποιο βιβλίο όπου καταγράφεται η ταυτότητα των εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων και ότι το βιβλίο αποτελείται από στήλες με κελιά, όπου σε κάθε κελί αναγράφονται συγκεκριμένα στοι-χεία του εγγράφου. Όμως αυτή η εγγενής θεωρητική γνώση δεν φτάνει στο επίπεδο της συστηματικής θεωρητικής διδασκαλίας. Είναι αποσπασματική και μη συστηματική, όπως είναι και η φύση της ίδιας της άσκησης, αφού πηγάζει από τις σχετικές με την άσκηση εντολές.
5. Τελολογικές διαφορές των προγραμμάτων
Εκ των ανωτέρω γίνεται αντιληπτή η τελολογική διαφορά κάθε προγράμματος. Τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας απευθύνονται σε τελείως διαφορετικό κύκλο ανέργων απ’ ό,τι τα προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης και τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης. Στα προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης θεωρείται ως δεδομένο ότι ο άνεργος έχει επαγγελματικώς αποτύχει, γιατί έχει μείνει «πίσω» στο επάγγελμα που γνωρίζει. Τα γνωστικά του κενά πρέπει να καλυφθούν με θεωρητική διδασκαλία και πρακτική άσκηση. Στα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης θεωρείται επίσης ως δεδομένο πως ο άνεργος έχει μέχρι τώρα επαγγελματικώς αποτύχει. Είτε είναι ανεπάγγελτος είτε δεν τα κατάφερε στο επάγγελμα που γνωρίζει, πρέπει σε κάθε περίπτωση να μάθει κάτι καινούργιο από το «μηδέν», πρέπει να «γυρίσει σελίδα», αλλιώς είναι χαμένος μέσα στην ανεργία του. Στα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας ο άνεργος βρίσκεται στην εκκίνηση της επαγγελματικής του ζωής, μπορεί να αποτύχει, μπορεί και όχι, ναι μεν δεν έχει απορροφηθεί από την αγορά εργασίας, όμως θα αυξήσει κατακόρυφα τις πιθανότητές του αν αποκτήσει τριβή και εμπειρία στο επάγγελμα που γνωρίζει. Στα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας όλα περιστρέφονται γύρω από την κατά τεκμήριον επαρκή θεωρητική επαγγελματική κατάρτιση του ανέργου. Ο άνεργος δεν αποβλέπει ούτε στο να καλύψει θεωρητικά του κενά ούτε στο να «γυρίσει σελίδα» μαθαίνοντας καινούργιο επάγγελμα. Τόσο ο άνεργος όσο και ο Ο.Α.Ε.Δ. εμμένουν στο υφιστάμενο επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο του ανέργου. Αυτό όμως χρει-άζεται υποστήριξη, γιατί το γνωρίζει μόνο στη θεωρία και του λείπει η πρακτική άσκηση. Έχοντας ο άνεργος τη δυνατότητα πρακτικής άσκησης επί του επαγγελματικού του γνωστικού αντικειμένου, αποκτά επ’ αυτού την εμπειρία που του λείπει και τα επαγγελματικά του προσόντα γίνονται πιο ελκυστικά στην αγορά εργασίας. Μετά την άσκηση είναι ώριμος να εργαστεί, δίχως να χάσει χρόνο ο εργοδότης του στην πρακτική του εκπαίδευση.
6. Οι κοινές υπουργικές αποφάσεις (Κ.Υ.Α.)
Ανωτέρω υπό 3.3.1. αναλύθηκε ότι ο κύκλος των δικαιούχων περιορίζεται σε όσους κατέχουν θεωρητική επαγγελματική ειδίκευση χρήζουσας άσκησης. Ο περιορισμός αυτός μπορούσε εύκολα να γίνει με τις κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις (Κ.Υ.Α.) ή αποφάσεις του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., όπου θα ρυθμίζονταν μεταξύ άλλων «[…] οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, […] και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια».
Δυστυχώς, οι εκδοθείσες Κ.Υ.Α., καθώς και οι αποφάσεις του Ο.Α.Ε.Δ., όχι μόνο δεν περιόρισαν τον κύκλο των δικαιούχων, αλλά διέστρεψαν τα προγράμματα από μέσα καταπολέμησης σε μέσα εκμετάλλευσης της ανεργίας. Διά των διοικητικών στρεβλώσεων οι συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας εξελίχθηκαν σε μείζον ζήτημα στην κοινωνία των ανέργων, γιατί στην πράξη τίποτα δεν λειτούργησε όπως έπρεπε. Τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας χρησιμοποιήθηκαν για αλλότριους, βασανιστικά μικροπρεπείς σκοπούς. Χαρακτηριστική είναι η Κ.Υ.Α. 30484/4.7.2006, η οποία ρυθμίζει τα της άσκησης στον δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε θέ-σεις ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ και είναι ενδεικτική των περισσότερων Κ.Υ.Α.
6.1. Ο σκοπός του προγράμματος
Με τις Κ.Υ.Α. εξειδικεύθηκε ο σκοπός της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας. 
«1. ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
Σκοπός του προγράμματος είναι η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον το-μέα ειδίκευσής τους, ανέργων πτυχιούχων Α.Ε.Ι. – Τ.Ε.Ι., διπλωματούχων Ι.Ε.Κ., απο-φοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, Τ.Ε.Λ., Ε.Π.Λ., Τ.Ε.Ε. Β΄ Κύκλου».
Αυτός συνίσταται στην προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων των α-νέργων στις τρέχουσες ανάγκες της αγοράς εργασίας. Προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρά ότι διά της τριβής και της επαναλήψεως ο άνεργος θα κατανοήσει τι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο από όσα έχει μάθει σε θεωρητικό επίπεδο, προκειμένου να εργαστεί γρήγορα και αποδοτικά. Η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων σε κάθε περίπτωση προαπαιτεί θεωρητική επαγγελματική κατάρτιση του ανέργου διά της οποίας ο άνεργος έχει αποκτήσει τομέα ειδίκευσης. Και μάλιστα, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι η επαγγελματική ειδικότητα του ανέργου θα είναι συναφής με τη θέση άσκησης, ορίστηκε στο άρθρο 5 ότι:
«5. ΩΦΕΛΟΥΜΕΝΟΙ ΑΝΕΡΓΟΙ
[…] Η επιλογή των ανέργων νέων από τα μητρώα του Ο.Α.Ε.Δ. και η τοποθέτηση αυ-τών σε θέσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στις Υπηρεσίες και στους Φορείς του Δημοσίου και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θα γίνει μέσω της διαδικασίας της εξατομικευμένης παρέμβασης και της συνεκτίμησης του Ατομικού Σχεδίου Δράσης».
Ευθέως λοιπόν αναφέρεται ότι οι άνεργοι θα αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία στον τομέα ειδίκευσής τους, και μάλιστα για τον σκοπό αυτό θα καταρτίσει ο Ο.Α.Ε.Δ. για κάθε άνεργο ατομικό σχέδιο δράσης με εξατομικευμένη παρέμβαση προς όφελός του.
6.2. Η αναίρεση των ανωτέρω
Όμως οι ίδιες οι Κ.Υ.Α. αναιρούν τους ανωτέρω στόχους επιτρέποντας τη συμμετοχή στο πρόγραμμα κάθε ανέργου με βάση το γενικό κριτήριο του τίτλου σπουδών και όχι το εξατομικευμένο κριτήριο τι επάγγελμα γνωρίζει ο συγκεκριμένος άνεργος και κατά πόσον είναι το επάγγελμα αυτό συναφές με την προσφερόμενη θέση. Με αυτόν τον τρόπο τελικώς όλοι ήταν κατάλληλοι για οποιαδήποτε θέση, παρ’ όλο που:
α) Οι απόφοιτοι γενικού ή ενιαίου λυκείου δεν έχουν καμία επαγγελματική ειδίκευση.
β) Οι απόφοιτοι Τ.Ε.Λ., Τ.Ε.Ε. Β΄ Κύκλου και Τ.Ε.Ι. έχουν ήδη ασκηθεί κατά τον χρόνο σπουδών τους και η άσκηση είναι προϋπόθεση για να λάβουν το πτυχίο τους.
γ) Οι ασκηθέντες ή εργασθέντες δεν αποκλείονται, παρ’ όλο που έχουν ήδη αποκτήσει εργασιακή εμπειρία.
Η διαφορά της ρύθμισης σε σχέση με την παράγραφο 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 είναι η εξής: Ο κατ’ αρχήν ευρύς νομοθετικός κύκλος των δικαιούχων περιορίζεται διά της συστηματικής και τελολογικής ερμηνείας σε αυτούς που έχουν συναφείς επαγγελματικές ειδικότητες με τις θέσεις άσκησης. Ο κύκλος των δικαιούχων των Κ.Υ.Α. διευρύνεται διά της ονομαστικής αναφοράς των αποφοίτων κάθε σχολής «[…] ανέργων πτυχιούχων Α.Ε.Ι. – Τ.Ε.Ι., διπλωματούχων Ι.Ε.Κ., αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, Τ.Ε.Λ., Ε.Π.Λ., Τ.Ε.Ε. Β΄ Κύκλου». Η γραμματική ερμηνεία είναι ανυπέρβλητη.
Η διεύρυνση του κύκλου δικαιούχων παραβιάζει ευθέως τη νομοθετική εξουσιοδότηση, αφού ο νόμος θέτει ως κριτήριο επιλογής του ανέργου την επαγγελματική του ειδικότητα και την ανάγκη του για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κριτήρια που διά των Κ.Υ.Α. αναιρέθηκαν πλήρως. Αντί λοιπόν οι Κ.Υ.Α. να θέσουν ως ουσιαστικό κριτήριο επιλογής τα επαγγελματικά προσόντα των υποψηφίων, έθεσαν ως μόνο κριτήριο τους τίτλους μέσης, ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης. Όμως κάποιος που δεν έχει θεωρητική επαγγελματική κατάρτιση ή κατέχει άσχετο επάγγελμα ή έχει ήδη ασκηθεί, δεν έχει εγγενώς τη δυνατότητα να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία επί του γνωστικού του αντικειμένου. Αυτό είχε ως συνέπεια ότι οι τύποις δικαιούχοι στην συντριπτική τους πλειονότητα εγγενώς ήταν αδύνατον να ασκηθούν και ότι στην πραγματικότητα η ανεργία τους έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης, αφού εργάστηκαν με μισθό ασκουμένου.
6.3. Ο χρόνος άσκησης
Περαιτέρω οι Κ.Υ.Α. όφειλαν να ορίσουν τον χρόνο άσκησης. Ενώ ξεκίνησαν αρχές του 2000 με λογικούς χρόνους 6 έως 12 μηνών, ακολούθως ανέβηκαν στους 18 μήνες. Η ανωτέρω Κ.Υ.Α. ορίζει:
«2. ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
Η διάρκεια του προγράμματος ορίζεται στους δεκαοκτώ (18) μήνες, εκ των οποίων έ-νας (1) μήνας αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, καθώς και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και δεκαεπτά (17) μήνες αφορούν τοποθέτηση σε θέσεις του τομέα ειδίκευσής τους για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας».
Ανωτέρω υπό 3.3.3. αναλύθηκε η αντισυνταγματικότητα του υπέρμετρου χρόνου άσκησης. Η κάθε Κ.Υ.Α. δεν είναι ελεύθερη να προσδιορίζει όσο συμβατικό χρόνο επιθυμεί. Αν ο χρόνος είναι υπέρμετρος, τότε έρχεται η στιγμή που ακόμα και ο κατάλληλος ασκούμενος έχει αποκτήσει εργασιακή εμπειρία επαρκή για να εργασθεί, τότε παύει να προέχει ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας, τότε η σχέση εργασιακής εμπειρίας τρέπεται σε σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ο γενικός κανόνας της εξάμηνης πρακτικής άσκησης για τεχνικά επαγγέλματα που δεν χρειάζονται πτυχίο Α.Ε.Ι. πα-ραβιάστηκε κατάφωρα, προκειμένου να εκφυλιστεί η σύμβαση από μέσο καταπολέμησης σε μέσο εκμετάλλευσης της ανεργίας. Η κορωνίδα των συνταγματικών παραβιάσεων ήταν η ευχέρεια κατάρτισης και δεύτερης, συνεχόμενης σύμβασης εργασιακής εμπειρίας. Οι ήδη ασκηθέντες και εν τοις πράγμασιν εργασθέντες μπορούσαν να συνεχίσουν την «άσκηση» και για δεύτερο δεκαοκτάμηνο.
6.4. Η για έναν μήνα θεωρητική ενημέρωση
Στις Κ.Υ.Α. ο 18μηνος χρόνος άσκησης διασπάστηκε στα δύο. ένας μήνας θα αφορούσε θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, καθώς και εξοικείωση με το εργα-σιακό περιβάλλον, και δεκαεπτά (17) μήνες θα αφορούσαν τοποθέτηση του συμβασιούχου σε θέση του τομέα ειδίκευσής του για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ρύθμιση για παροχή θεωρητικής ενημέρωσης. Ναι μεν δεν αναφέρεται πουθενά στην παράγραφο 15 του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 και δεν καλύπτεται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, όμως εν όψει του περιορισμένου χρόνου της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παρεπόμενη παροχή προς τον άνεργο, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι σύμφωνη και με τη συνταγματική επιταγή καταπολέμησης της ανεργίας. Θεωρητική ενημέρωση σημαίνει λίγο πολύ θεωρητική διδασκαλία, έστω και με τη μορφή ταχύρρυθμου φροντιστηρίου. Η θεωρητική ενημέρωση θα μπορούσε να μετατρέψει το πρόγραμμα εργασιακής εμπειρίας σε μια «ελαφριά» μορφή προγράμματος επαγγελματικής κατάρτισης. Δεν θα κάλυπτε ήδη ασκηθέντες ή εργασθέντες επί του γνωστικού τους αντικειμένου, θα κάλυπτε όμως αποφοίτους γενικού λυκείου, οι οποίοι στερούντο οποιασδήποτε θεωρητικής επαγγελματικής κατάρτισης και τοποθετούνται σε απλές διοικητικές θέσεις διεκπεραιωτικού χαρακτήρα. Διά της θεωρητικής ενημέρωσης επί έναν μήνα θα μπορούσε κανείς να δεχθεί ότι ο άνεργος κατέχει πλέον, έστω και επιφανειακά, τις θεωρητικές βάσεις για την άσκηση του επαγγέλματος «διοικητικός υπάλληλος χαμηλής βαθμίδας», με συνέπεια η σύμβαση εργασιακής εμπειρίας με επιφύλαξη τον υπέρμετρο χρόνο να λειτουργεί ως μαθητεία και όχι ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Εν συνόψει δηλαδή, θα μπορούσαμε ερμηνευτικά να δεχθούμε ότι οι Κ.Υ.Α. μετέτρεψαν τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας σε ελαφριά μορφή προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης. Ας μην είμαστε στενόκαρδοι, η τυχόν έλλειψη νομοθετικής εξουσιοδότησης καλύπτεται από τη συνταγματική επιταγή για καταπολέμηση της ανεργίας, αφού ο ανεπάγγελτος άνεργος κάτι μαθαίνει, κάπως αναβαθμίζεται διδασκόμενος έστω και επί τροχάδην τη βασική θεωρία του επαγγέλματος «διοικητικός υπάλληλος χαμηλής βαθμίδας». Αρκεί οι ρυθμίσεις αυτές να μεταφέρονταν σε συμ-βατικό επίπεδο.
7. Οι συμβατικές υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε.Δ. και του φορέα απασχόλησης
Όλες οι συμβάσεις έχουν διατυπωθεί με στερεότυπο τρόπο. Στο προοίμιο αναφέρεται:
«Αντικείμενο του παρόντος Συμφωνητικού […] αποτελεί η υλοποίηση προγράμματος Stage […] μέσω του οποίου ο/η Συμβαλλόμενος/η θα αποκτήσει εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό του αντικείμενο […]».
Εκλαμβάνεται δηλαδή ως δεδομένο ότι ο άνεργος κατέχει κάποιο επαγγελμα-τικό γνωστικό αντικείμενο. Και στο άρθρο 2 αναφέρεται ότι: 
«Ο/Η Συμβαλλόμενος/η […] αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια τόσο στην θεωρητική και πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκεια της (1) μηνός, όσο και στην τοποθέτηση του/ης σε συγκεκριμένη θέση σχετική με τον τομέα της ειδίκευσης του/ης για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών». 
Πανηγυρικά δηλώνεται ότι η θέση άσκησης θα είναι σχετική με την επαγγελματική ειδίκευση του ανέργου, η οποία προϋποθέτει την θεωρητική του κατάρτιση. Όλα τα ανωτέρω όμως στην πλειονότητα των ασκούμενων ανατράπηκαν, γιατί η σύναψη των συμβάσεων δεν στηρίχτηκε στο εξατομικευμένο και ουσιαστικό κριτήριο της συνάφειας της θέσης άσκησης με το επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο του ανέργου αλλά στο τυπικό κριτήριο του απολυτήριου, του διπλώματος και του πτυχίου. Οι διοικητικές θέσεις καλύφθηκαν με ισοπεδωτικό τρόπο από ιχθυοκόμους μέχρι αγιογράφους, από ανεπάγγελτους μέχρι εργασθέντες με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
Κάπως θα μπορούσε να μετριαστεί η οξύτητα της αντίφασης ανάμεσα στις πανηγυρικές δηλώσεις περί συνάφειας θέσης άσκησης με το επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο του ανέργου και της εν τοις πράγμασιν ανυπαρξίας είτε επαγγελματικού γνωστικού αντικειμένου είτε συνάφειάς του με τη θέση άσκησης, αν λειτουργούσε η για έναν μήνα θεωρητική ενημέρωση. Όμως πουθενά δεν δηλώνεται ότι θα παρασχεθεί στον άνεργο για έναν μήνα διδασκαλία με τη μορφή θεωρητικής ενημέρωσης. Ο άνεργος απλώς θα αποκτήσει εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό του αντικείμενο επιδεικνύοντας επιμέλεια στη θεωρητική και πρακτική του εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον… Πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον είναι κάτι κατανοητό. ο άνεργος πρέπει να ξέρει πού είναι το γραφείο όπου εργάζεται, ποιο είναι το τραπέζι και η καρέκλα του, σε ποιο ντουλάπι είναι οι φάκελοί του κ.λπ. Θεωρητική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον είναι κάτι ακατανόητο. Η θεωρητική ενημέρωση εξέλιπε πλήρως από τις συμβατικές υποχρεώσεις του φορέα απασχόλησης και του Ο.Α.Ε.Δ., προδήλως λόγω αδυναμίας του εκάστοτε φορέα απασχόλησης να οργανώσει ταχύρρυθμα τμήματα ενός μηνός για θεωρητική κατάρτιση των συμβασιούχων.
Εν όψει λοιπόν του ότι σε συμβατικό επίπεδο δεν υποχρεώθηκε ο φορέας α-πασχόλησης ή ο Ο.Α.Ε.Δ. σε παροχή θεωρητικής ενημέρωσης, η ρύθμιση των Κ.Υ.Α. για θεωρητική ενημέρωση κατέληξε νεκρό γράμμα και ο στερούμενος επαγγελματικού γνωστικού αντικειμένου άνεργος ουδέποτε αποκόμισε το ελάχιστο πλήθος των θεωρητικών γνώσεων, έστω για την άσκηση του επαγγέλματος «διοικητικός υπάλληλος χαμηλής βαθμίδας». Με τον τρόπο αυτό ο προέχων σκοπός στις περισσότερες συμβάσεις ήταν εξ αρχής η παροχή εργασίας και όχι η άσκηση του ανέργου επί του γνωστικού του αντικειμένου.
8. Νομολογιακά σφάλματα και περιπτώσεις πραγματικής άσκησης
Η Α.Π. 581/2009 έκρινε τα εξής:
«Ο αναιρεσείων (μηχανολόγος-μεταλλειολόγος) τοποθετήθηκε στο αναιρεσίβλητο ΙΓΜΕ (Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών) σε θέση εκπαιδευόμενου μηχανολόγου-μεταλλειολόγου, δυνάμει συμβάσεως απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμματος STAGE, η οποία καταρτίστηκε στις 29.12.1999, μεταξύ του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ως δικαιούχου Υλοποίησης και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) ως υπεύθυνου φορέα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσει επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης. Η διάρκεια της σύμβασης καθορίστηκε ρητά να είναι έντεκα μηνών», και κατωτέρω:
«η (ανωτέρω) σύμβαση μαθητείας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση εξαρτημέ-νης εργασίας».
Τα σφάλματα στην ανωτέρω απόφαση είναι πολλαπλά. Αφενός εσφαλμένως εκλαμβάνει ότι με το άρθρο 20 ν. 2639/1998 σκοπείται διά της σύμβασης εργασιακής εμπειρίας να αποκτήσει ο ασκούμενος «επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση». Στη νομοθετική ρύθμιση των προγραμμάτων εργασιακής εμπειρίας δεν προβλέπεται καμία επαγγελματική κατάρτιση, αφού εκλαμβάνεται ως δεδομένη η θεωρητική επαγγελματική κατάρτιση και υπολείπεται μόνο η πρακτική άσκηση. Επαγγελματική κατάρτιση παρέχεται μόνο στα προγράμματα επαγγελματικής ή συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης, που σαφώς αντιδιαστέλλονται από τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας. Επίσης τον διέλαθε ότι δεν είναι το άρθρο 20 ν. 2639/1998 που ρυθμίζει τα της θεωρητικής ενημέρωσης, αλλά οι εκδοθείσες Κ.Υ.Α. Κυρίως όμως διέλαθε τον Άρειο Πάγο ότι σε συμβατικό επίπεδο δεν υποχρεώθηκε ο φορέας απασχόλησης ούτε σε επαγγελματική κατάρτιση ούτε σε θεωρητική ενημέρωση του ανέργου. Για τον λόγο αυτό είναι εσφαλμένη η κρίση ότι «Ο αναιρεσείων […] τοποθετήθηκε […] σε θέση εκπαιδευόμενου μηχανολόγου-μεταλλειολόγου, δυνάμει συμβάσεως απόκτησης εργασιακής εμπειρίας […] σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσει επαγγελματική κατάρτι-ση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση […] με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης». Τα ανωτέρω σφάλματα έχουν ήσσονα σημασία. Μείζον σφάλμα του Αρείου Πάγου είναι ότι έκρινε τον μαθησιακό χαρακτήρα της σύμβασης με το τυπικό κριτήριο της νομοθετικής ρύθμισης. Ουσιαστικά κριτήρια δεν αναζητήθηκαν, αν δηλαδή η θέση άσκησης όντως αντιστοιχούσε στα επαγγελματικά προσόντα του ασκουμένου. Αρκέστηκε στο ότι το άρθρο 20 ν. 2963/1998 χαρακτηρίζει τις συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας ως συμβάσεις μαθητείας. 
Ο Άρειος Πάγος όμως, παρά τις εσφαλμένες του αντιλήψεις για τη νομοθετική ρύθμιση της σύμβασης εργασιακής εμπειρίας, παρά την εσφαλμένη εφαρμογή ενός τυπικού κριτηρίου, κατ’ αποτέλεσμα απεφάνθη ορθώς! Ο μεταλλειολόγος που τοποθετείται για άσκηση στο Ι.Γ.ΜΕ. σε επιστημονική θέση για 12 μήνες πράγματι ασκείται και δεν εργάζεται. Διαθέτει επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο, η θέση άσκησης είναι απολύτως συναφής και ο χρόνος είναι εύλογος, αφού πρόκειται για επιστημονική θέση. Για τον λόγο αυτό πρέπει να τονίσουμε πως δεν είναι a priori όλες οι συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας ψευδεπίγραφες. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο ασκούμενος πράγματι τοποθετείται σε θέση συναφή με το γνωστικό του αντικείμενο και η σύμβαση είναι μια γνήσια σύμβαση εργασιακής εμπειρίας. 
Ναι μεν ο Άρειος Πάγος διαισθαντικά αποφάσισε το ορθό, ότι ένας μηχανι-κός-μεταλλειολόγος πραγματικώς ασκείται στο Ι.Γ.ΜΕ. και δεν εργάζεται, όμως με τις εσφαλμένες του αντιλήψεις για τη νομοθετική ρύθμιση και τον σκοπό της σύμβασης εργασιακής εμπειρίας, καθώς και την εσφαλμένη εφαρμογή του τυπικού κριτηρίου του νομοθετικού χαρακτηρισμού, παρέσυρε όσα δικαστήρια ουσίας τον έχουν α-κολουθήσει. Με τον τρόπο αυτό κραυγαλέες περιπτώσεις ψευδοασκουμένων κρίθηκε ότι δεν εργάζονται, αλλά ασκούνται βάσει της νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 20 ν. 2639/1998 και της παραπομπής στο νομολογιακό προηγούμενο της Α.Π. 581/2009.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου με την υπ’ αριθμ. 56/2010 απόφασή του έκρινε πως συμβασιούχοι εργασιακής εμπειρίας με δύο διαδοχικές συμβάσεις που τοποθετήθηκαν σε διοικητική θέση Ο.Τ.Α. ασκήθηκαν και δεν εργάστηκαν. Δεν διερευνήθηκε καν αν διαθέτουν οποιοδήποτε επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ’ αριθμ. 17077/2011 απόφασή του έκρινε πως συμβασιούχος εργασιακής εμπειρίας που τοποθετήθηκε σε διοικητική θέση Ο.Τ.Α. με διαδοχικές συμβάσεις συνολικής διάρκειας 42 μηνών επίσης ασκείται και δεν εργάζεται. Επίσης δεν διερευνήθηκε αν διαθέτει κάποιο επαγγελματικό γνωστικό αντικείμενο. Το θλιβερό στην απόφαση αυτή είναι ότι αντέγραψε τυφλά και κατά λέξη τα σφάλματα της Α.Π. 581/2009:
«Όμως η υπό κρίση αγωγή είναι μη νόμιμη […], πρωτίστως για τον λόγο ότι οι συμβάσεις οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων είναι, όπως αναφέρεται στα ιδιωτικά συμφωνητικά που αυτές έχουν υπογράψει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του εκπαιδευτικού προγράμμα-τος STAGE, οι οποίες καταρτίστηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσει η ενάγουσα επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης, και αποτελούν, ως εκ τούτου, γνήσιες συμβάσεις μαθητείας».
Τις ανωτέρω αποφάσεις διέλαθε ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ανήκει στα δικαστήρια και όχι στον νομοθέτη ή τη διοίκηση. Ακόμα και αποφάσεις που δέχονται ότι οι ανωτέρω συμβάσεις υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, θεμελιώνουν την κρίση τους δίχως αναφορά στα ειδικότερα χαρακτηριστικά της σύμβασης εργασιακής εμπειρίας. Π.χ. η Μον.Πρωτ.Αθ. 6920/2010 δέχθηκε ότι οι συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργα-σίας με κριτήριο το σε τι αποσκοπούσε ο εργοδότης (εν προκειμένω στην κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του). Βεβαίως το κριτήριο αυτό δεν είναι εσφαλμένο, ανταποκρίνεται όμως στη γενική σύμβαση μαθητείας και είναι δεκτικό εξειδίκευσης κατά τα ανωτέρω.
9. Σύνοψη θέσεων
1. Οι αρχές της ηθικής εξύψωσης του εργαζόμενου πληθυσμού και της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας επιβάλλουν να ελέγχονται οι συμβάσεις μαθητείας με ουσιαστικά κριτήρια και όχι βάσει νομοθετικών ορισμών.
2. Τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας αφορούν μόνο την άσκηση και όχι την επαγγελματική κατάρτιση του ανέργου. Προϋποθέτουν να κατέχει ο άνεργος τη θεωρητική πλευρά ενός επαγγέλματος συναφούς με τη θέση άσκησης.
3. Στην πρακτική άσκηση δεν σκοπείται να αποκτήσει εμπειρία ο ασκούμενος σε όλη την περιπτωσιολογία του επαγγέλματός του. Σκοπείται να αποκτήσει ο ασκούμενος ένα ελάχιστο επίπεδο ωριμότητας με βάση το πλήθος των τυχαίων περιπτώσεων που πρέπει να επεξεργαστεί.
4. Ο χρόνος άσκησης πρέπει να είναι προσαρμοσμένος στην πολυπλοκότητα της θέσης. Στα περισσότερα τεχνικά επαγγέλματα ισχύει ο κανόνας της εξάμηνης άσκησης. Ο ίδιος χρόνος πρέπει κατ’ αρχήν να ισχύει και για τους συμβασιούχους εργασιακής εμπειρίας.
5. Με τις κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκδοθείσες Κ.Υ.Α. ορίστηκε ένας υπέρμετρος κύκλος δικαιούχων και ένας υπέρμετρος χρόνος άσκησης. Ο υπέρμετρος κύκλος δικαιούχων μετριάστηκε με την προσθήκη θεωρητικής διδασκαλίας υπό μορφή θεωρητικής ενημέρωσης.
6. Στις στερεότυπες συμβάσεις δεν αναλαμβάνεται καμία υποχρέωση για θεωρητική ενημέρωση, με συνέπεια ο κύκλος των δικαιούχων να παραμένει υπέρμετρα ευρύς. Αντίθετα, γίνεται ρητή μνεία ότι ο ασκούμενος θα ασκηθεί επί του γνωστικού του αντικειμένου και ότι η θέση άσκησης είναι σχετική με την επαγγελματική του ειδικότητα.
7. Η εξατομικευμένη προσέγγιση κάθε ανέργου και η τοποθέτησή του σε θέση συναφή με το γνωστικό του αντικείμενο και την επαγγελματική του ειδικότητα εν τοις πράγμασιν εγκαταλείφθηκε. Οι συμβάσεις καταρτίστηκαν με μόνο κριτήριο το απολυτήριο και το πτυχίο. Κατ’ αποτέλεσμα η πλειονότητα των συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας κατέληξε να υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
8. Η μέχρι στιγμής νομολογιακή προσέγγιση των συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας χρήζει βελτίωσης. Συχνά εκλαμβάνεται εσφαλμένως ως στόχος των συμβάσεων η παροχή επαγγελματικής κατάρτισης και θεωρητικής ενημέρωσης. Τα επαγγελματικά προσόντα του ασκουμένου και η συνάφειά τους με τη θέση άσκησης δεν έχουν απασχολήσει τη νομολογία.
 
Δημοσίευση σχολίου